ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2008) 3 ΑΑΔ 424
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Αναθεωρητική ΄Εφεση Αρ. 74/2006)
5 Νοεμβρίου, 2008
[ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ,
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στές]
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ,
Εφεσείων
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΦΟΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ,
Εφεσιβλήτων.
― ― ― ― ―
Α. Ευτυχίου, για τον Εφεσείοντα.
Ρ. Μαππουρίδης, για τους Εφεσίβλητους.
― ― ― ― ―
ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Α. Κραμβής.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Το λεωφορείο με αριθμό εγγραφής ΗΤΥ 880, κινέζικης κατασκευής MUDAN MD 6705, ενεγράφη το Μάρτιο 2002 ως τουριστικό λεωφορείο με δικαίωμα μεταφοράς 27 επιβατών, στο όνομα κάποιου Ανδρέα Μενελάου, από τη Λεμεσό και εκδόθηκε άδεια οδικής χρήσης του εν λόγω λεωφορείου.
Στις 19.4.2002 το λεωφορείο και η άδεια οδικής χρήσης μεταβιβάστηκαν στον εφεσείοντα. Στις 7.4.2003 ο εφεσείων πήρε έγκριση για την αντικατάσταση της μηχανής του λεωφορείου και στις 5.6.2003 παρουσίασε τούτο για επιθεώρηση προς επιβεβαίωση της αλλαγής και εκδόθηκε ειδοποίηση αλλαγών για σκοπούς ενημέρωσης του Αρχείου Μηχανοκινήτων Οχημάτων.
Λόγω κάποιων προβλημάτων που είχαν παρουσιαστεί σε άλλο λεωφορείο ίδιου τύπου και κατασκευής με το προαναφερόμενο, κρίθηκε σκόπιμο να επαναεπιθεωρηθούν και τα επτά συνολικά λεωφορεία του ίδιου τύπου και κατασκευής που είχαν εισαχθεί στην Κύπρο. Κατά τις νέες επιθεωρήσεις, οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Τμήματος Οδικών Μεταφορών αποφάσισαν τη μείωση των θέσεων των επιβατών λόγω των αποκλίσεων που διαπιστώθηκαν κατά τις μετρήσεις διαφόρων διαστάσεων καθώς και για την άνεση των επιβατών.
Η επιθεώρηση του λεωφορείου του εφεσείοντα έγινε στις 27.5.2004 και ο αρμόδιος τεχνικός εξέδωσε Δελτίο Ακαταλληλότητας Μηχανοκινήτου Οχήματος το οποίο κοινοποιήθηκε στον εφεσείοντα. Στο εν λόγω Δελτίο, σημειώνονται οι επισκευές/αναπροσαρμογές που θεωρήθηκε αναγκαίο να γίνουν προκειμένου να καταστεί δυνατή η επανακυκλοφορία του λεωφορείου, οι άδειες του οποίου είχαν ταυτόχρονα ανασταλεί. Στο σχετικό σημείωμα αναφέρεται πως επιβαλλόταν η μείωση των θέσεων των επιβατών από 27 σε 21, «και νοουμένου ότι οι διαστάσεις του διαδρόμου και των καθισμάτων να συνάδουν συμφώνως της νομοθεσίας».
Εναντίον της πιο πάνω απόφασης με την οποία το λεωφορείο βρέθηκε ακατάλληλο για δημόσια χρήση κλπ, ο εφεσείων άσκησε προσφυγή με την οποία προώθησε τους πιο κάτω νομικούς λόγους ακύρωσης:
(α) Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και/ή παράβαση των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (Κ.Δ.Π. 66/84) ως έχουν τροποποιηθεί.
(β) Με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης καταστρατηγήθηκε η αρχή της καλής πίστης και/ή οι αρχές του διοικητικού δικαίου και/ή του άρθρου 54 του Ν. 158(1)/99 αναφορικά με την ανάκληση της προηγούμενης απόφασης για εγγραφή του λεωφορείου και την ανάκληση της άδειας κυκλοφορίας του.
(γ) Η απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη.
(δ) Λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και/ή κατόπιν πλάνης ουσιωδών γεγονότων.
Ο συνάδελφός μας που εκδίκασε την προσφυγή απέρριψε ως αβάσιμα τα νομικά σημεία που επικαλέστηκε ο εφεσείων και επικύρωσε τη διοικητική απόφαση. Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης του συναδέλφου μας.
Είναι γεγονός ότι κατά την εγγραφή του λεωφορείου, βρέθηκε ότι αυτό πληρούσε τις προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας (ΚΔΠ 142/74). Τότε, δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2001/85/ΕΚ. Όταν όμως έγινε η νέα επιθεώρηση, δυνάμει του κανονισμού 65*, το λεωφορείο κρίθηκε ακατάλληλο γιατί δεν τηρούσε πλέον τις προδιαγραφές του περί των Λεωφορείων και Πούλμαν Διατάγματος του 2003 (ΚΔΠ 525/2003 ημερ. 6.6.2003 το οποίο μετέφερε στην εθνική έννομη τάξη την πιο πάνω Οδηγία 2001/85/ΕΚ.
Ο εφεσείων εισηγείται ότι σύμφωνα με τη νομολογιακή αρχή της Νόμιμης Προσδοκίας (Legitimate Expectation), οι οδηγίες που ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο με το πιο πάνω Διάταγμα (ΚΔΠ 525/2003) δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναδρομικά έτσι ώστε να απωλέσει το δικαίωμα που απέκτησε με βάση την ισχύουσα τότε νομοθεσία.
Η θέση των εφεσιβλήτων είναι ότι η πιο πάνω εισήγηση δεν περιλαμβάνεται στα νομικά σημεία της προσφυγής και ότι απαραδέκτως ηγέρθη για πρώτη φορά στην απαντητική γραπτή αγόρευση του εφεσείοντα. Τη δικονομική αυτή παρατυπία, υπέδειξε ο δικηγόρος τους κατά την ακρόαση της προσφυγής στο στάδιο των διευκρινίσεων.
Εξετάσαμε το θέμα και η διαπίστωση μας είναι ότι ο ισχυρισμός περί μη αναδρομικής ισχύος του Διατάγματος (ΚΔΠ 525/2003) ηγέρθη όντως για πρώτη φορά στην απαντητική αγόρευση του εφεσείοντα. Ενόψει τούτου, θεωρούμε ότι απαραδέκτως προβάλλεται, στο πλαίσιο λόγου έφεσης, ο ίδιος ισχυρισμός περί μη αναδρομικότητας του Διατάγματος. Ακολουθώντας την πρακτική που η νομολογία* καθιέρωσε κρίνουμε πως δεν είναι υπό εξέταση το συγκεκριμένο ζήτημα εφόσον δεν ηγέρθη στην προσφυγή.
Τα δικαιώματα ιδιοκτήτη οχήματος τα οποία απορρέουν από την εγγραφή, την έκδοση αδειών κυκλοφορίας, οδικής χρήσης, κλπ υπόκεινται με βάση το νόμο και τους κανονισμούς σε περιορισμούς χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ετσι, ο Εφορος, με βάση τις πρόνοιες των κανονισμών 19 και 65, δύναται να ασκεί εξουσίες, περιλαμβανομένης της αναστολής των αδειών οποτεδήποτε διακριβωθεί, κατόπιν επιθεώρησης, ότι η κατάσταση συγκεκριμένου οχήματος είναι τέτοια ώστε να δικαιολογείται η λήψη του μέτρου. Οι εξουσίες του Εφόρου άπτονται της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος εφόσον το μέτρο στοχεύει γενικά στην ασφάλεια του κοινού. Σχετικοί επί του προκειμένου είναι οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί του 1984 μέχρι 2001 (ΚΔΠ 109/2001) που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επομένως ο Εφορος είχε εκ του νόμου υποχρέωση να αναστείλει την άδεια κυκλοφορίας και άδεια οδικής χρήσης του λεωφορείου του αιτητή εφόσον τούτο δεν βρισκόταν σε καλή και ασφαλή κατάσταση σύμφωνα με τους προμνησθέντες κανονισμούς. Η απόφαση του Εφόρου για αναστολή των αδειών κλπ στηρίχθηκε στις διαπιστώσεις των εμπειρογνωμόνων επιθεωρητών όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση, η ορθότητα των οποίων εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Συμβ. Αμπελουργικών Προϊόντων ν. Περικλέους (2005) 3 ΑΑΔ 619.
Η εισήγηση του εφεσείοντα ότι η απόφαση του Εφόρου δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη δεν ευσταθεί. Στην απόφαση του Εφόρου εκτίθενται επαρκώς και με τη δέουσα σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους ο Εφορος αποφάσισε να αναστείλει τις άδειες μέχρι την αποπεράτωση των επισκευών/αναπροσαρμογών που εξειδικεύονται στην κοινοποιηθείσα στον εφεσείοντα απόφασή του.
Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή. Η έφεση απορρίπτεται με €1300 έξοδα σε βάρος του εφεσείοντα.
ΦΡ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.
Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.
Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.
Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.
ΣΦ.
*«65.-(1) Διά γνωστοποιήσεως αυτού ο Εφορος δύναται εκάστοτε να απαιτήση όπως οιονδήποτε μηχανοκίνητον όχημα παρουσιασθή προς επιθεώρησιν κατά τον καθοριζόμενον εις την γνωστοποίησιν χρόνον και τόπον, προς διακρίβωσιν της καταστάσεως του οχήματος, ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο έχων την ευθύνην ή τον έλεγχον του οχήματος οφείλει να παρουσιάση τούτο προς επιθεώρησιν κατά τον ούτω καθωρισμένον χρόνον και τόπον.»
*Τριανταφυλλίδης ν. Δημοκρατίας (1993) 3 ΑΑΔ 429, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας (1993) 3 ΑΑΔ 510, Κανέλλης κα ν. Κοιν. Συμβ. Παλιομετόχου (2004) 3 ΑΑΔ 426