ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Υπόθεση Αρ. 1408/2010)

 

31 Οκτωβρίου 2012 

 

 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

EMMA ANGELIDES,

Αιτήτρια

- ΚΑΙ -

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΚΑΙ

2.   ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Καθ΄ ων η αίτηση

------------------------------------

Νικ. Χαραλαμπίδου (κα), για την Αιτήτρια.

Λ. Χριστοδουλίδου (κα), Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

για τους Καθ΄ ων η αίτηση.

--------------------------------------

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.:  Η αιτήτρια κατάγεται από τις Φιλιππίνες, όπου και τέλεσε γάμο στις 24.9.2003, με τον Paul Αγγελίδη, ελληνοκύπριο υπήκοο.  Μετά την τέλεση του γάμου, η αιτήτρια αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο στις 18.2.2004.  Στο διαβατήριο της είχε θεώρηση εισόδου με ενσωματωμένη άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτρια για τρεις μήνες.  Στο σημείο εισόδου της όμως στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 18.2.2004, τέθηκε επί του διαβατηρίου της σφραγίδα που καθόριζε την ανώτατη περίοδο παραμονής της, μέχρι 3.3.2004. 

 

         Στις 18.3.2004, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας προσωρινής παραμονής ως σύζυγος Κύπριου πολίτη, άδεια που της δόθηκε μέχρι τις 23.8.2009.  Η άδεια αυτή ανανεωνόταν, όπως δέχεται η Δημοκρατία στην ένσταση της, εγκαίρως και αδιαλείπτως έκτοτε, λήγει δε στις 30.5.2013. 

 

         Την 1.9.2008 η αιτήτρια υπέβαλε στο συναφές έντυπο Μ125, αίτηση για παραχώρηση της Κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή της ως συζύγου Κύπριου υπηκόου.  Η αίτηση εξετάστηκε στις 16.8.2010 και απορρίφθηκε από τη Διευθύντρια Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στη βάση της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου αρ. 141(Ι)/2002, ως τροποποιήθηκε, (εφεξής «ο Νόμος»), με το δικαιολογητικό ότι η αιτήτρια είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία κατά την περίοδο 3.3.2004-18.3.2004, δηλαδή, για 15 μέρες.  Αυτή η απορριπτική απόφαση ημερ. 1.9.2010, που απεστάλη με σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στην αιτήτρια, αποτελεί και την προσβαλλόμενη πράξη. 

 

         Η αιτήτρια παραπονείται ότι η πιο πάνω απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του πιο πάνω Νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων του άρθρου 110, κατά παράβαση των αρχών του διοικητικού δικαίου, ληφθείσα υπό πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα και, ως ιδιαιτέρως αναπτύχθηκε στην απαντητική γραπτή της αγόρευση και κατά τις διευκρινίσεις, κατά παράβαση των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και των σχετικών αποφάσεων του ΔΕΕ.

 

         Εισηγείται κατά πρώτο λόγο η αιτήτρια, μέσω της δικηγόρου της, ότι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της για εγγραφή της ως Κύπριας πολίτιδας, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 110, δηλαδή, ήταν και παράμενε σύζυγος Κύπριου πολίτη με τον οποίο διέμενε αρμονικά στη Δημοκρατία για περίοδο πέντε ετών, ήταν δε και είναι καλού χαρακτήρα και προτίθεται να παραμείνει στη Δημοκρατία.  Το ότι συζεί αρμονικά με το σύζυγο της και δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα, πιστοποιείται και από το Παράρτημα 6 της ένστασης που είναι σημείωμα λειτουργού του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προς τη Διευθύντρια  όπου φαίνεται ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας συνέστησε έγκριση της αίτησης στη βάση του ότι από τις εξετάσεις που διενήργησε, διαπιστώθηκε ότι το ζεύγος διαμένει κάτω από την ίδια στέγη.  Αυτούσια η αστυνομική έκθεση βρίσκεται στα ερυθρά 86-84 του διοικητικού φακέλου, Τεκμ. «Α», όπου φαίνονται οι εξετάσεις τις οποίες διενήργησε η Αστυνομία και η πιστοποίηση ότι ο γάμος της είναι γνήσιος, ενώ η ίδια είναι καλού χαρακτήρα μη έχουσα απασχολήσει ποτέ την Αστυνομία.

 

Εισηγείται, συναφώς, η αιτήτρια ότι λανθασμένα τέθηκε από λειτουργό κατά την είσοδο της στη Δημοκρατία περιορισμός στην παραμονή της μέχρι 3.3.2004, τη στιγμή που η αιτήτρια είχε εξασφαλίσει προξενική θεώρηση από το Προξενείο της Κύπρου στις Φιλιππίνες, ότι δικαιούτο να επισκεφθεί την Κύπρο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της θεώρησης στις 6.2.2004 και να παραμείνει στη Δημοκρατία για 90 μέρες.  Αυτός ο περιορισμός κατά την είσοδο της αιτήτριας ήταν αυθαίρετος και εσφαλμένος, ερχόμενος σε αντίθεση με τη θεώρηση που είχε στο διαβατήριο της και επομένως η αιτήτρια δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία για την περίοδο 3.3.2004-18.3.2004, όταν υπέβαλε την πρώτη αίτηση για εξασφάλιση προσωρινής άδειας παραμονής.  Εν πάση περιπτώσει  η ύπαρξη της θεώρησης εισόδου του διαβατηρίου της αιτήτριας που της επέτρεπε παραμονή στη Δημοκρατία για τρεις  μήνες, ουδόλως λήφθηκε υπόψη από τη Διευθύντρια κατά τη λήψη της απόφασης της. Περαιτέρω, η απλή παραπομπή από τη Διευθύντρια στο σχετικό άρθρο του Νόμου και σε προηγούμενη κατ΄ ισχυρισμόν παράνομη παραμονή της αιτήτριας στη Δημοκρατία, χωρίς να επεξηγείται η βάση της απόφασης και να παρατίθενται τα στοιχεία που οδήγησαν σ΄ αυτή, δείχνει έλλειψη αιτιολογίας, η οποία μάλιστα δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. 

 

         Η Δημοκρατία ισχυρίζεται με τη δική της αγόρευση ότι η θεώρηση εισόδου επιτρέπει μόνο είσοδο ενός αλλοδαπού στη Δημοκρατία και όχι και δικαίωμα παραμονής.  Αυτή η θεώρηση όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, αφορά την είσοδο αλλοδαπού στη Δημοκρατία και όχι τη διαμονή του, ο μόνος δε αρμόδιος συμφώνως του Νόμου να παραχωρήσει άδεια παραμονής, είναι ο επί καθήκοντι λειτουργός μετανάστευσης στο αεροδρόμιο, ο οποίος και ελέγχει τους αλλοδαπούς. Σε εκείνο το χρονικό σημείο είναι που αποφασίζεται αν θα δοθεί άδεια παραμονής και για πόσο καιρό.  Ο λειτουργός μετανάστευσης, δυνάμει του Νόμου, μπορεί να απαγορεύσει την είσοδο στη Δημοκρατία εάν διαπιστώσει, για παράδειγμα, ότι ο αλλοδαπός βρίσκεται στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων («stop-list»).  Η κατοχή θεώρησης συμφώνως και του Καν. 5 της Κ.Δ.Π. 498/2004, δεν παρέχει αμετάκλητο δικαίωμα εισόδου.  Εν πάση περιπτώσει, η περίοδος των 15 μερών που η αιτήτρια παρέμεινε χωρίς άδεια στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας καλύπτεται απόλυτα από το σκεπτικό της απόφασης της Ολομέλειας στην Yousife Mohamad v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, η οποία ακολουθήθηκε και μεταγενέστερα στην απόφαση της Ολομέλειας στην Ζ.Μ. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 193/07, ημερ.    21.1.2011.

 

         Το άρθρο 110(2) του Νόμου, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, έχει ως εξής:

 

«(2)  Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι -

 

(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας•

 

(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων•

 

(γ) είναι καλού χαρακτήρα• και

 

(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:

 

Νοείται ....

 

Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται σις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία.»

 

         Κρίνεται χωρίς ενδοιασμό ότι η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει και πρέπει να ακυρωθεί πρωτίστως διότι διαπιστώνεται έλλειψη δέουσας έρευνας περί τα πράγματα, αλλά και το Νόμο.  Η Διευθύντρια στην προσβαλλόμενη πράξη, ημερ. 1.9.2010, πέραν του απλού και λακωνικού λεκτικού που πιστοποιεί έλλειψη αιτιολογίας, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, ουδόλως αναφέρθηκε στα γεγονότα που δυνητικά ήσαν υπέρ της αιτήτριας.  Απλώς  της  λέχθηκε  ότι   η αίτηση απορρίφθηκε διότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από 3.3.2004-18.3.2004, «.. δυνάμει της 2ης επιφύλαξης του εδαφίου (2() του Άρθρου 110 του Ν. 141(Ι)/2002».  Παρά την αναφορά στην επιστολή που αποτελεί τη διοικητική πράξη ότι η αίτηση «εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή», ουδόλως φαίνεται να απασχόλησε τη Διευθύντρια η ύπαρξη της θεώρησης εισόδου που επέτρεπε στην αιτήτρια παραμονή στη Δημοκρατία για περίοδο τριών μηνών.  Ούτε και συσχετίσθηκε αυτή η άδεια με τη δυνατότητα του λειτουργού μετανάστευσης να περιορίσει στην ουσία το δικαίωμα αυτό κατά την άφιξη της αιτήτριας στη Δημοκρατία επιτρέποντας της παραμονή μόνο μέχρι 3.3.2004. 

 

Στο διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε κατά τις διευκρινίσεις ουδέν σχετικό αναφέρεται και πουθενά δεν καταγράφεται οτιδήποτε αναφορικά με τη διερεύνηση του θέματος της παράνομης διαμονής για 15 ημέρες, σε συνάρτηση με τη θεώρηση εισόδου της αιτήτριας.  Το μόνο που ζητήθηκε ήταν η αστυνομική διερεύνηση ως προς το γνήσιο του γάμου και του καλού χαρακτήρα της αιτήτριας.  Στο σημείωμα που απαντάται στο ερ. 87 του διοικητικού φακέλου από τη λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προς τη Διευθύντρια, αναφέρεται απλώς στην παρ. 3 ότι η αιτήτρια διαμένει στην Κύπρο από το 2004 (το σημείωμα φέρει ημερ. 27.4.2010), και ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία για την περίοδο 3.3.2004-18.3.2004, με παραπομπή στα ερ. 14 και 12, που είναι η πρώτη αίτηση που έγινε για άδεια παραμονής στις 18.3.2004.  Καμιά εξήγηση που να δικαιολογεί τη θέσης της παρανόμου διαμονής για την προαναφερθείσα δεκαπενθήμερη περίοδο πέραν της τυποποιημένης θέσης ότι η αιτήτρια υπέβαλε την αίτηση της 15 μέρες μετά την είσοδο της στη Δημοκρατία.  Δικαίως λοιπόν η αιτήτρια παραπονείται ότι «καμιά σημασία δεν δόθηκε στη θεώρηση που η Αιτήτρια είχε στην κατοχή της και της παραχωρούσε δικαίωμα παραμονής τριών μηνών» (παρ. 56 της αρχικής αγόρευσης).

 

         Τα όσα επιχειρηματολογεί η Δημοκρατία στην αγόρευση της είναι εκ των υστέρων θέσεις που δεν εξάγονται από τα δεδομένα και τα γεγονότα της υπόθεσης, τίποτε δε στην ίδια την απόφαση της διοίκησης ή και τα όσα οδήγησαν σ΄ αυτήν, δεν δείχνει ότι λήφθηκε υπόψη ως πραγματικό γεγονός (και η επίπτωση αυτού), η θεώρηση επί του διαβατηρίου που είχε εξασφαλίσει η αιτήτρια από το Προξενείο της Κύπρου στις Φιλιππίνες.  Επομένως, δεν μπορεί εκ των υστέρων να οικοδομείται επιχείρημα επί γεγονότων που δεν απασχόλησαν καν, ούτε λήφθηκαν υπόψη από τη διοίκηση κατά την παραγωγή της  πράξης, (Αττεσλή ν. Δημοκρατίας (2003) 4 Α.Α.Δ. 489, σελ. 504).  Ως γνωστό δεν λαμβάνονται υπόψη θέματα τα οποία αναπτύσσονται διά της αγορεύσεως των δικηγόρων έξω από τα ίδια τα δεδομένα της διοικητικής πράξης, (Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 384).

 

         Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη είναι αναιτιολόγητη εφόσον παραπέμπει απλώς στη σχετική διάταξη του Νόμου και αναφέρει ότι υπήρξε παράνομη παραμονή της αιτήτριας για                 15 μέρες.  Δεν εξηγείται οτιδήποτε και ουδέν σκεπτικό αποκαλύπτεται.  Όπως έχει αποφασιστεί και στη Δήμος Μέσα Γειτονιάς ν. Σχολικής Εφορείας Λεμεσού (2004) 3 Α.Α.Δ. 699, με αναφορά και στις Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 298 και Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς, ενώ αναιτιολόγητη είναι και η πράξη που δεν εκθέτει τα γεγονότα επί των οποίων  μορφώθηκε η διοικητική κρίση.  Άλλωστε, η απλή αναφορά στις διατάξεις του Νόμου ή η επανάληψη των νομοθετημένων κριτηρίων, έχει κατ΄ επανάληψη κριθεί ότι δεν ικανοποιεί την ανάγκη για αιτιολογία, (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959            σελ. 186 και Μιχαήλ Γεωργίου ν. Α.Η.Κ., υπόθ. αρ. 305/07, ημερ. 14.3.2008).

 

         Αλλά και η θέση της Δημοκρατίας ότι εν πάση περιπτώσει η θεώρηση εισόδου που είχε εξασφαλίσει η αιτήτρια δεν της επέτρεπε κατ΄ ανάγκην παραμονή στη Δημοκρατία, εφόσον ο λειτουργός μετανάστευσης στο σημείο εισόδου θα μπορούσε να μην επιτρέψει καν την είσοδο στη χώρα, δεν παρουσιάζεται να είναι ορθή.  Η θέση αυτή στηρίχθηκε στα άρθρα 9 και 10 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, και στους Κανονισμούς 5, 9 και 14 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 242/72.  Όπως όμως ορθά αντιπροτείνει η κα Χαραλαμπίδου στην απαντητική της αγόρευση, αλλά και στην αρχική, οι εν λόγω διατάξεις αφορούν την είσοδο στη Δημοκρατία στη βάση θεώρησης διαβατηρίου και όχι στη μετέπειτα παραμονή.  Και από τη στιγμή που επετράπη η είσοδος στην αιτήτρια στη Δημοκρατία, ο λειτουργός μετανάστευσης δεν αντλούσε δικαίωμα από οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό να περιορίσει την αρχική θεώρηση που επέτρεπε διαμονή τουλάχιστον μέχρι τρεις μήνες.

 Πράγματι το άρθρο 9 του Κεφ. 105, προνοεί ότι ουδέν πρόσωπο θα εισέρχεται στη Δημοκρατία χωρίς διαβατήριο και χωρίς Κυπριακή προξενική θεώρηση, το δε άρθρο 10 προνοεί ότι ουδείς αλλοδαπός έχει απόλυτο δικαίωμα εισόδου στη Δημοκρατία και δυνατόν να του απαγορευθεί η είσοδος στη χώρα.  Οι πιο πάνω πρόνοιες ουδόλως αφορούν σε οποιοδήποτε δικαίωμα του λειτουργού μετανάστευσης να περιορίσει το χρόνο παραμονής που φαίνεται στην προξενική θεώρηση.  Το ίδιο ισχύει και για τους Κανονισμούς 5, 9 και 14 της Κ.Δ.Π. 242/72, οι οποίοι Κανονισμοί και πάλι αναφέρουν ότι δεν υπάρχει αμετάκλητο δικαίωμα εισόδου εξ αιτίας της κατοχής προξενικής θεώρησης, αλλά ουδέν αναφέρεται σχετικά με το δικαίωμα του αλλοδαπού που κατέχει προξενική θεώρηση να παραμείνει στη Δημοκρατία στη βάση της προξενικής θεώρησης, εφόσον του επιτραπεί η είσοδος στη Δημοκρατία.  Ο Κανονισμός 14 που αναφέρεται σε άδεια επισκέπτη συναρτάται με άδεια που εκδίδεται από τον λειτουργό μετανάστευσης στο σημείο εισόδου και δεν εφαρμόζεται σε σχέση με προηγουμένως ληφθείσα προξενική θεώρηση. 

 

Αντίθετα, το άρθρο 9(4)(β) του Νόμου, καθιστά σαφές ότι «θεώρηση» για όσους ξένους υπηκόους καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετικό διάταγμα ότι απαιτείται προξενική θεώρηση, σημαίνει την παρεχόμενη από τη Δημοκρατία εξουσιοδότηση για μια ή περισσότερες εισόδους χωρίς η διάρκεια παραμονής είτε συνεχόμενη, είτε διαδοχική, να μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες ανά εξάμηνο από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου.

 

         Η συνήγορος της αιτήτριας ενδιέτριψε στο θέμα των ισχυόντων Ευρωπαϊκών Κανονισμών και ιδιαιτέρως στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 562/2006 ημερ. 15.3.2006, για τη θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα αναφορικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα και τον μεταγενέστερο Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 810/2009, για το ίδιο θέμα.  Έγινε επίσης αναφορά στο Rec (2000) 15 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ημερ. 13.9.2000, αναφορικά με την ασφάλεια διαμονής των επί μακρόν διαμενόντων μεταναστών στους οποίους περιλαμβάνονται και τα μέλη οικογένειας πολιτών του κράτους υποδοχής, όπως είναι η αιτήτρια στην υπό κρίση υπόθεση.  Δεν είναι ανάγκη για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να συζητηθούν οι πιο πάνω Κανονισμοί και η εφαρμογή τους εφόσον δεν αποτέλεσαν αρχικά τη νομική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η προσφυγή.  Αρκεί να λεχθεί όμως ότι ο περιορισμός από το λειτουργό μετανάστευσης του χρόνου παραμονής της αιτήτριας μέχρι τις 3.3.2004, έρχεται σε ευθεία διάσταση με την προξενική θεώρηση που δόθηκε από άλλο όργανο της Δημοκρατίας για παραμονή στη Δημοκρατία για 90 μέρες από την ημέρα εισόδου, στα πλαίσια δε αυτά είναι απόλυτα σχετική και η διάταξη στο άρθρο 9(4)(β), στην οποία ήδη έγινε αναφορά προηγουμένως.

 

         Η Δημοκρατία εισηγείται επίσης ότι η παραμονή για 15 μέρες άνευ αδείας δικαιολογούσε απόλυτα την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση των αποφασισθέντων από την Ολομέλεια στην υπόθεση Yousife Mohamad v. Κυπριακής Δημοκρατίας - πιο πάνω -.  Η υπόθεση αφορούσε απόρριψη αίτησης πολιτογράφησης στη βάση της παράνομης διανομής του εφεσείοντος και την ενεργοποίηση της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 110.  Η Ολομέλεια απορρίπτοντας τη σχετική έφεση έκρινε ότι η λέξη «παραμένει» στην εν λόγω επιφύλαξη, παρά το γεγονός ότι είναι στον ενεστώτα χρόνο, ερμηνεύθηκε σε αριθμό πρωτόδικων υποθέσεων, με τις οποίες και συμφώνησε,  να καλύπτει παράνομη διαμονή και στο παρελθόν. 

 

         Η πιο πάνω απόφαση της Ολομέλειας δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης.  Πρώτον, διότι ο εκεί εφεσείων είχε ήδη κριθεί ως απαγορευμένος μετανάστης όταν συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία παράνομα, ενώ υπήρχε σχετική έκθεση της αστυνομίας ότι ο γάμος του με Κύπρια πολίτιδα ήταν εικονικός, υπήρχαν δε και πληροφορίες και εκτιμήσεις για ανάμειξη του σε παράνομες μεταφορές αλλοδαπών και διακίνηση γυναικών.  Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαφέρουν κάθετα με τα δεδομένα της Mohamad.   Η αιτήτρια εισήλθε νόμιμα, ο γάμος της δεν είναι εικονικός, είναι καλού χαρακτήρα, η αίτηση της συστήθηκε από την αστυνομία και έχει νόμιμη άδεια παραμονής μέχρι τον Μάϊο του 2013.

Δεύτερο, το ζήτημα της παρανόμου διαμονής έστω και στο παρελθόν που κρίθηκε κατ΄ απόλυτο τρόπο και επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα από την Ολομέλεια στη Z.M. v. Δημοκρατίας - πιο πάνω - θα πρέπει να επανεξετασθεί ενδεχομένως υπό το φως της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση Ergat v. Stadt Ulm, C-329/97, ημερ. 16.3.2000, όπου στις σκέψεις 28-31, κρίθηκε ότι η μη κατοχή άδειας διαμονής του εκεί αιτητή για ορισμένα βραχέα χρονικά διαστήματα δεν είχε καμία σημασία εφόσον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους δεν αμφισβήτησαν για το λόγο αυτό τη νομιμότητα της διαμονής στο εθνικό έδαφος, αλλά αντιθέτως του χορηγούσαν κάθε φορά και νέα άδεια διαμονής.  Η απόφαση παραπέμπει επίσης στις συναφείς υποθέσεις Kadiman, C-351/95, ημερ. 17.4.1997 και Ertanir C-98/96, ημερ. 30.9.1997. 

 

Το παρόν Δικαστήριο είχε εκφράσει παρόμοιες σκέψεις στις αποφάσεις Noreen Nuique v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1648/08, ημερ. 25.5.2010 και Mutikah (Arc No 5384169) v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1833/08, ημερ. 25.5.2010, καθώς και στην Nick Solamillo v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 642/09, ημερ. 22.7.2010, ως προς το ότι η διοίκηση δεν μπορεί αντιφατικά και ενάντια στη χρηστή διοίκηση να θεωρεί παράνομες περιόδους εκείνες που εκ των υστέρων καλύφθηκαν από ανανέωση των αδειών προσωρινής παραμονής.  Η έννοια επομένως του «παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία», στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110, πρέπει να προσδιοριστεί υπό το φως αυτό, έστω και αν η αίτηση αφορά πολιτογράφηση  αλλοδαπού.  Αυτά βέβαια ανεξάρτητα από το κυριαρχικό, κατά τα άλλα, δικαίωμα του κράτους να εγκρίνει ή μη την πολιτογράφηση.  Δεν μπορεί όμως, κατά το Δικαστήριο, η άρνηση να συναρτάται, ανεπιεικώς, με περιόδους απομακρυσμένες στο χρόνο σε σχέση με το χρόνο υποβολής της αίτησης και ενώ στο μεσοδιάστημα ο αλλοδαπός ήταν κατά τα άλλα υπόδειγμα νομιμότητας.

 

         Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

         Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται με βάση το               Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος.

 

 

 

                                           Στ. Ναθαναήλ,

                                                   Δ.

 

 

/ΕΘ 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο