ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2008) 2 ΑΑΔ 346

23 Μαΐου, 2008

[ΑΡΤΕΜΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στές]

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ,

Εφεσείοντες,

v.

1. CAFE CAPPUCCINO OL. V. LTD.,

2. ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ ΒΥΖΑΚΟΥ (AP. 1),

Εφεσιβλήτων.

(Ποινική Έφεση Αρ. 145/2006)

 

Κέντρα αναψυχής ― Λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, κατά παράβαση των προνοιών του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985 (Ν.29/85 όπως τροποποιήθηκε) ― Κατά πόσο το επίδικο υποστατικό ήταν κέντρο αναψυχής, οπόταν για τη λειτουργία του ήταν απαραίτητη η σχετική άδεια του Κ.Ο.Τ. ή ήταν καφενείο, οπόταν και εξαιρείτο της υποχρέωσης να εξασφαλίσει τέτοια άδεια ― Κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε τα ορθά κριτήρια για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι δεν επρόκειτο περί κέντρου αναψυχής αλλά περί καφενείου.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αθώωσε και απάλλαξε τους εφεσίβλητους σε κατηγορία λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (εφεσείοντες) παρόλο που έκρινε ότι οι μάρτυρες κατηγορίας «δεν είχαν λάθος όταν θεώρησαν ότι το υποστατικό που λειτουργούσαν οι κατηγορούμενοι εμπίπτει στην ερμηνεία του νόμου για το τι είναι κέντρο αναψυχής» μιας και σε αυτό προσφερόταν φαγητό με βάση τιμοκατάλογο. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι «όφειλε ο νομοθέτης να ορίσει στο νόμο με πιο συγκεκριμένο τρόπο τι σημαίνει «καφενείο».

Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση υποστηρίζοντας ότι η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο σχετικός με την κατηγορία νόμος εμπεριέχει ατέλεια σε βαθμό που να μην δύναται να εξαχθεί ξεκάθαρο συμπέρασμα της πρόθεσης του Νομοθέτη, είναι εσφαλμένη. Η συνήγορός τους υποστήριξε πως το Δικαστήριο έπρεπε να καταδικάσει τους εφεσίβλητους στη βάση της μαρτυρίας που αυτό είχε δεχθεί ως αξιόπιστη. Το Δικαστήριο, υποστήριξε η συνήγορος, «προσέδωσε υπέρτατη βαρύτητα στην ερμηνεία της λέξης «καφενείο» και αγνόησε την ξεκάθαρη ερμηνεία του όρου «κέντρο αναψυχής».

Ο συνήγορος των εφεσιβλήτων υποστήριξε ότι:

1) Το υποστατικό πήρε άδεια από το Δήμο να λειτουργεί ως καφενείο.

2) Εφόσον το υποστατικό, δεν έχει καταταγεί από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ ως κέντρο αναψυχής, όπως προβλέπει το Άρθρο 6 του Νόμου, τότε αυτό δεν είναι κέντρο αναψυχής με την έννοια του ιδίου Νόμου.

3) Όντως υπάρχει ατέλεια στο Νόμο και εφόσον πρόκειται περί ποινικού νόμου τυγχάνει εφαρμογής η αρχή περί αυστηρής ερμηνείας αυτού.

Αποφασίστηκε ότι:

1.  Από το λεκτικό του Άρθρου 6, δεν προκύπτει ότι προτού κατηγορηθεί κάποιος για λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια, θα πρέπει να προηγηθεί η κατάταξη του υποστατικού ως κέντρου αναψυχής από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ. Το Άρθρο 6 (2) θέτει την υποχρέωση σε κάποιο πρόσωπο όπως, πριν αρχίσει τη λειτουργία του κέντρου, υποβάλει στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ αίτηση για την κατάταξή του και έκδοση άδειας λειτουργίας. Δεν σημαίνει όμως ότι, αν παραλείψει να το πράξει, τότε δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι λειτουργεί το κέντρο χωρίς άδεια.

2.  Η αιτιολογία που δίδει το Δικαστήριο για το λόγο που δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι ή όχι καφενείο το επίδικο υποστατικό, είναι εσφαλμένη. Αναφέρεται το Δικαστήριο στα διάφορα κριτήρια, αλλά παραλείπει να αναφέρει και το γεγονός ότι σ' αυτό σερβίρονταν πέραν των ποτών και φαγητό και γι' αυτό το σκοπό υπήρχε και μαγειρείο.

3.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά κατά τρόπο σαφή και αποτελεσματικό και όχι να αφήνεται μετέωρη η άποψή του για το ζητούμενο, ώστε η δική του αδυναμία να αποφασίσει να οδηγεί στην αθώωση των κατηγορουμένων.

Η έφεση επιτράπηκε.

Αναφερόμενες Υποθέσεις:

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Περικλέους, Yπόθ. Aρ. 15264/04, ημερ.15/11/04, Επ. Δικ. Λεμεσού,

Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Λ.Κ.Σ. Λτδ κ.ά., Yπόθ. Aρ. 13459/98, ημερ.14/2/00, Επ. Δικ. Λεμεσού,

Attorney General v. Herodotou (1969) 2 C.L.R. 10,

Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυροφτή (2001) 2 Α.Α.Δ.130,

Γενικός Εισαγγελέας v. Κανάρης (2005) 2 Α.Α.Δ.105,

Ιωάννου v. Ναναίμο Λτδ κ.ά. (2005) 2 Α.Α.Δ. 555.

Έφεση εναντίον Aθωωτικής απόφασης.

Έφεση από τους εφεσείοντες εναντίον της απόφασης του Eπαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Tαλαρίδου, E.Δ.) , (Ποινική Yπόθεση Aρ. 16735/04), ημερομηνίας 20/6/06.

Κ. Γεωργιάδου, για τους Eφεσείοντες.

Γ. Ζ. Γεωργίου, για τους Eφεσίβλητους.

Cur. adv. vult.

ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Φωτίου, Δ..

ΦΩΤΙΟΥ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι και ακόμα ένα πρόσωπο (η Ελλάδα Βύζακου) αντιμετώπισαν στο πρωτόδικο δικαστήριο (Υπόθ. Αρ. 16735/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) την κατηγορία ότι στις 26/5/04 λειτουργούσαν κέντρο αναψυχής χωρίς άδεια από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (εφεσείοντες), κατά παράβαση των προνοιών του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985 (Ν. 29/85 ως έχει τροποποιηθεί). Ήταν ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων (ουσιαστικά της εφεσίβλητης 2) ότι το υποστατικό (το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄αρ. 71Β Λευκωσία) ήταν καφενείο και ως τέτοιο εξαιρείτο της υποχρέωσης να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας από τους εφεσείοντες. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παρόλο που έκρινε τη μαρτυρία των δυο μαρτύρων κατηγορίας ως αξιόπιστη και ότι οι μάρτυρες αυτοί «δεν είχαν λάθος όταν θεώρησαν ότι το υποστατικό που λειτουργούσαν οι κατηγορούμενοι εμπίπτει στην ερμηνεία του νόμου για το τι είναι κέντρο αναψυχής», εφόσον διαπίστωσαν ότι στο υποστατικό προσφερόταν φαγητό με βάση τιμοκατάλογο, εντούτοις αθώωσε και απάλλαξε τους εφεσίβλητους για το λόγο ότι, όπως είχε ο σχετικός νόμος, δεν ήταν εύκολο για το δικαστήριο να αποφασίσει τι ήταν καφενείο. Κατάληξε ότι «όφειλε ο νομοθέτης να ορίσει στο νόμο με πιο συγκεκριμένο τρόπο τι σημαίνει «καφενείο». Επιδίκασε επίσης το δικαστήριο και έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων.

Με την παρούσα έφεση (που καταχωρήθηκε με άδεια του Γενικού Εισαγγελέα), οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι «εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο αθώωσε τους κατηγορούμενους επικαλούμενο προς τούτο ότι το σχετικό με την κατηγορία νομοθέτημα εμπεριέχει ατέλεια στο Νόμο σε βαθμό που να μην δύναται να εξαχθεί ξεκάθαρο συμπέρασμα της πρόθεσης του Νομοθέτη και/ή ξεκάθαρο συμπέρασμα της πράξης που την καθιστά αξιόποινη».

Αναπτύσσοντας τον πιο πάνω λόγο έφεσης, η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων ανάφερε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο «προσέδωσε υπέρτατη βαρύτητα στην ερμηνεία της λέξης «καφενείο» και αγνόησε την ξεκάθαρη ερμηνεία του όρου «κέντρο αναψυχής». Εδώ από τη μαρτυρία που είχε το δικαστήριο δεχθεί ως αξιόπιστη, έπρεπε, εισηγήθηκε η συνήγορος, να καταλήξει σε καταδίκη.

Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της πλευράς του εφεσείοντα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων εισηγήθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή. Το γεγονός ότι από τη μαρτυρία φαινόταν ότι είχε τέτοια χαρακτηριστικά η επιχείρηση, που μπορούσε να θεωρηθεί ως κέντρο αναψυχής, αυτό δεν ήταν αρκετό για καταδίκη, αφού το υποστατικό ήταν καφενείο και ως τέτοιο εξαιρείται με βάση την επιφύλαξη του ίδιου άρθρου που ορίζει τι είναι κέντρο αναψυχής. Εδώ το υποστατικό πήρε άδεια από το Δήμο να λειτουργεί ως καφενείο. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι, εφόσον το υποστατικό, δεν έχει καταταγεί από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ ως κέντρο αναψυχής, όπως προβλέπει το Άρθρο 6 του Νόμου, τότε αυτό δεν είναι κέντρο αναψυχής με την έννοια του ίδιου Νόμου. Τέτοια κατάταξη είναι, σύμφωνα με το συνήγορο, αναγκαία προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί το υποστατικό ως κέντρο αναψυχής. Τέλος, εισηγήθηκε ότι είναι ορθή η πρωτόδικη απόφαση ότι υπάρχει ατέλεια στο Νόμο και ότι εφόσον πρόκειται περί ποινικού νόμου τυγχάνει εφαρμογής η αρχή περί αυστηρής ερμηνείας και ότι οιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία, οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου, εδώ των εφεσιβλήτων.

Εξετάσαμε τις αντίστοιχες θέσεις. Αναφορικά με την εισήγηση των εφεσιβλήτων ότι έπρεπε πρώτα το υποστατικό να καταταγεί ως κέντρο αναψυχής από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ, κρίνουμε ότι αυτή δεν ευσταθεί. Από το λεκτικό του Άρθρου 6, δεν προκύπτει ότι προτού κατηγορηθεί κάποιος για λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια, θα πρέπει να προηγηθεί η κατάταξή του. Το Άρθρο 6(2) θέτει την υποχρέωση σε κάποιο πρόσωπο όπως, πριν αρχίσει τη λειτουργία του κέντρου, υποβάλει στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ αίτηση για την κατάταξη του και έκδοση άδειας λειτουργίας. Δεν σημαίνει όμως ότι, αν παραλείψει να το πράξει, τότε δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι λειτουργεί το κέντρο χωρίς άδεια.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων ότι το υποστατικό τους λειτουργούσε ως καφενείο και το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι είχε ατέλεια ο νόμος, καταλήγουμε ότι αυτός δεν είναι ορθός. Ενώ ορθά αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο σε λεξικά της ελληνικής γλώσσας για να ερμηνεύσει τη λέξη «καφενείο», η αιτιολογία που δίνει γιατί δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι ή όχι καφενείο, είναι εσφαλμένη. Αναφέρεται το δικαστήριο στα διάφορα κριτήρια, αλλά παραλείπει να αναφέρει και το γεγονός ότι στο υποστατικό σερβίρονταν πέραν των ποτών και φαγητό και γι' αυτό το σκοπό υπήρχε και μεγειρείο. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως:

«Η δυσκολία αυτής της υπόθεσης ήταν να αποφασίσω τι είδους επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στον όρο «καφενείο ώστε να είναι βέβαιο ότι αυτό που λειτουργεί η κατηγορουμένη 2 δεν είναι καφενείο. Ήταν ορθή η εισήγηση της κας Γεωργιάδου ότι το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις οφείλει να βασισθεί στην ρητή και φυσική ερμηνεία των λέξεων για καθοδήγηση. Θα ήταν λάθος και άδικο πιστεύω να στηριχθώ σε οποιεσδήποτε προκαθορισμένες αντιλήψεις σε σχέση με την ορθή ερμηνεία της λέξης καφενείο. Σχεδόν σε όλα τα λεξικά στα οποία έχω ανατρέξει, μεταξύ άλλων το λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας του Μπαμπινιώτη και το Νέο Ορθογραφικό και Ερμηνευτικό λεξικό του Δημήτρη Δημητρίου, έκδοση 1959, έχω βρει ότι η λέξη καφενείο είναι μέρος όπου σερβίρεται κυρίως καφές και επιπρόσθετα ποτά και γλυκά. Στο υποστατικό των κατηγορουμένων σερβίρεται κυρίως καφές, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προσφέρεται μόνο ελληνικός καφές, και επίσης σερβίρονται ποτά και γλυκά. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι σε τέτοιο μέρος δεν μπορεί να υπάρχει ταμειακή μηχανή, ή ότι δεν μπορεί να υπάρχουν διαφημιστικές κάρτες ή τιμοκατάλογος στα τραπέζια, ή ακόμη ότι σε τέτοιο μέρος σερβίρεται μόνο κυπριακός καφές.  Είναι παρά πολύ δύσκολο να αποφασίσω τι είναι και τι δεν είναι καφενείο έχοντας υπόψη την ρητή ερμηνεία της λέξης καφενείο όπως την συναντούμε σε διάφορα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας. Η ρητή και φυσική ερμηνεία της λέξης καφενείο δεν δίνει καμία καθοδήγηση για το τι συμπεριλαμβάνεται στην συγκεκριμένη και περιορισμένη κατηγορία υποστατικών και επιχειρήσεων που ανήκουν σ' αυτήν την εξαίρεση. Όφειλε ο νομοθέτης να ορίσει στον νόμο με πιο συγκεκριμένο τρόπο τι σημαίνει καφενείο.

Ήταν θέση της κατηγορούσας αρχής ότι σε καφενεία δεν προσφέρονται σαλάτες και φαγητά όμως η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι στο παραδοσιακό καφενείο του πατέρα της στο χωριό Αθηαίνου πρόσφεραν και φαγητό. Η εξαίρεση αυτή είναι γενική και μπορεί να περιλαμβάνει πολλών ειδών επιχειρήσεων. Η εξαίρεση αφορά την λειτουργία καφενείου και όχι παραδοσιακού καφενείου. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς περιλαμβάνεται σ' αυτήν την κατηγορία.

Δεν μπορώ να ξέρω εάν αυτό που περιέγραψε η κατηγορούμενη 2 δεν είναι καφενείο. Δεν ξέρω εάν η κατηγορούσα αρχή έχει κατορθώσει να αποδείξει ότι το εν λόγω υποστατικό δεν είναι καφενείο. Η εξαίρεση είναι διατυπωμένη με ένα όρο γενικό και έτσι είναι αδύνατον να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι αυτό το υποστατικό δεν περιλαμβάνεται μέσα σ' αυτήν την εξαίρεση.  Επειδή, υπάρχει αυτή η ατέλεια στον νόμο όπου είναι δύσκολο να αποδειχθεί τι είναι και τι δεν είναι καφενείο το μόνο δίκαιο αποτέλεσμα είναι να αθωωθούν και να απαλλαχθούν οι κατηγορούμενοι.»

Για τους λόγους που εξηγήσαμε, η πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη με αποτέλεσμα την επιτυχία της έφεσης. Με βάση την ερμηνεία της λέξης «καφενείο», όπως τη διατύπωσε το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά στα προαναφερθέντα λεξικά της Ελληνικής γλώσσας και την ενώπιον του μαρτυρία, περιλαμβανομένης κι' αυτής της εφεσίβλητης 2, ότι πέραν των καφέδων, αναψυκτικών και γλυκών, σερβίρονταν και φαγητά, το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να καταλήξει ότι το συγκεκριμένο υποστατικό δεν ήταν καφενείο. Η άποψη του περί τέτοιας ατέλειας του Νόμου, που το καθιστούσε αδύνατο να αποφασισθεί αν ένα υποστατικό είναι ή όχι καφενείο, δεν ευσταθεί.  Άλλωστε, άλλα επαρχιακά δικαστήρια (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θράσου Περικλέους, Yπόθ Aρ. 15264/04 ημερ. 15/11/04 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Λ.Κ.Σ. Λτδ κ.ά., Yπόθ. Aρ. 13459/98, ημερ. 14/2/00, αμφότερες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού) εξετάζοντας το ίδιο θέμα, κατέληξαν, με βάση τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, ότι αυτό που λειτουργούσαν οι κατηγορούμενοι, δεν ήταν καφενείο. Ένα δικαστήριο οφείλει, ως δικαστήριο γεγονότων και νόμου, να αποφασίζει επί των εγειρομένων ενώπιον του θεμάτων, ως μέρος του καθήκοντος του και δεν είναι νοητό να αφήνεται μετέωρη η άποψη του για το ζητούμενο, ώστε η δική του αδυναμία να αποφασίσει, να οδηγεί στην αθώωση των κατηγορουμένων. Ακόμα και σε δύσκολα και περίπλοκα πραγματικά και νομικά θέματα, το δικαστήριο έχει χρέος να επιλύσει την ενώπιον του διαφορά κατά τρόπο σαφή και αποτελεσματικό.

Ενόψει όλων των πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει. Στην άσκηση των εξουσιών μας δυνάμει του Άρθρου 145(3) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ακυρώνουμε την εκκαλούμενη απόφαση και καταδικάζουμε τους εφεσίβλητους σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Θα προχωρήσουμε στην επιβολή ποινής, αφού βέβαια παρασχεθεί η ευκαιρία στους εφεσίβλητους να ακουστούν στο θέμα αυτό. (Βλ. Attorney General v. Takis Herodotou (1969) 2 C.L.R. 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυροφτή (2001) 2 Α.Α.Δ. 130, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρης (2005) 2 Α.Α.Δ. 105 και Iωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά. (2005) 2 Α.Α.Δ. 555).

H έφεση επιτρέπεται.


 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο