ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2013) 1 ΑΑΔ 1531
19 Iουλίου, 2013
[ΠΑΝΑΓΗ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣYΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ANTOAN HAZAKA, ΑΙΤΗΤΗ ΑΣΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΝΝΟΓΕΙΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS,
KAI
ΑναφορικA με τα Aρθρα 5 και 6 τηΣ ΕυρωΠαϊκΗΣ ΣΥμβασηΣ ΔικαιωμΑτων του ΑνθρΩΠου και
αναφορικΑ με τα Αρθρα 11, 30, 34 και 35 του ΣυντΑγματοΣ, το Αρθρο 9 του ΧΑρτη των ΘεμελιωδΩν
ΔικαιωμΑτων τηΣ ΕυρωΠαϊκΗΣ ΕνωσηΣ, τηΣ ΟδηγΙαΣ 2005/85/ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ τηΣ 1ης Δεκεμβριου 2005 σχετικα με τισ ελαχιστεσ Προδιαγραφεσ για τισ
διαδικασιεσ με τισ οΠοιεσ τα κρατη μελη
χορηγουν και ανακαλουν το καθεστωσ του
Προσφυγα τησ Οδηγιασ 115/2008/ΕΚ του ΕυρωΠαϊκου Κοινοβουλιου και του Συμβουλιου τησ 16ης
Δεκεμβριου σχετικα με τουσ κοινουσ κανονεσ
και διαδικασιεσ στα κρατη μελη για την εΠιστροφη των Παρανομωσ διαμενοντων υΠηκοων τριτων
χωρων του αρθρου 18ΠΣΤ του Περι ΑλλοδαΠων
και Μεταναστευσησ νομου και τησ Οδηγιασ 115/2008/ΕΚ του ΕυρωΠαϊκου Κοινοβουλιου και του Συμβουλιου τησ 16ης Δεκεμβριου σχετικα με τουσ κοινουσ κανονεσ και κανονεσ και διαδικασιεσ στα κρατη μελη για την εΠιστροφη των Παρανομωσ
διαμενοντων υΠηκοων τριτων χωρων,
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
2. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
3. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
ΚΑΙ MΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ,
Οι οΠοιοι Παρανομα συνεχιζουν να εχουν υΠο
κρατηση στον Αστυνομικο Σταθμο του Περα Χωριου
Νησου μεχρι σημερα τον Αntoan Hazaka, Αιτητη Ασυλου, αΠο τη Συρια και τωρα στα Αστυνομικα
κρατητηρια τησ Μενογεια, κατα Παραβαση των
αρθρων 5 και 6 τησ ΕυρωΠαϊκησ Συμβασησ ΑνθρωΠινων Δικαιωματων του ΑνθρωΠου και αναφορικα με
τα αρθρα 11, 30, 34 και 35 του Συνταγματοσ, το αρθρο
9 του Χαρτη των Θεμελιωδων Δικαιωματων τησ
ΕυρωΠαϊκησ ενωσησ, τησ Οδηγιασ 2005/85/ΕΚ του
Συμβουλιου τησ 1ης Δεκεμβριου 2005 σχετικα με
τισ ελαχιστεσ Προδιαγραφεσ για τισ διαδικασιεσ
με τισ οΠοιεσ τα κρατη μελη χορηγουν και ανα-
καλουν το καθεστωσ του Προσφυγα τησ Οδηγιασ 115/2008/ΕΚ του ΕυρωΠαϊκου Κοινοβουλιου και του
Συμβουλιου τησ 16ης Δεκεμβριου σχετικα με
τουσ Κοινουσ Κανονεσ και Διαδικασιεσ στα κρατη μελη για την εΠιστροφη των Παρανομωσ διαμενο-
ντων υΠηκοων τριτων χωρων του αρθρου 18ΠΣΤ του Περι ΑλλοδαΠων και Μεταναστευσησ Νομου και τησ Οδηγιασ 115/2008/ΕΚ του ΕυρωΠαϊκου Κοινοβουλιου
και του Συμβουλιου τησ 16ης Δεκεμβριου σχετικα με τουσ κοινουσ Κανονεσ και διαδικασιεσ στα κρατη μελη για την εΠιστροφη των Παρανομωσ διαμενο-
ντων υΠηκοων τριτων χωρων.
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 110/2013)
Προνομιακά εντάλματα ― Habeas Corpus ― Κράτηση για σκοπούς απέλασης ― Απόφαση επιστροφής ως συνέπεια ποινικής κύρωσης - Άρθρο 18ΟΕ 2(β) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105 ως έχει τροποποιηθεί ― Απορρίφθηκε αίτηση Habeas Corpus με την οποία ο αιτητής ζητούσε απελευθέρωση από την κράτηση του ― Εφ' όσον ήταν πρόσωπο το οποίο υπόκειτο σε απόφαση επιστροφής ως συνέπεια ποινικής κύρωσης η οποία επεβλήθη σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο, οι πρόνοιες των Άρθρων 18ΟΔ και 18ΠΘ, που προνοούν περί μέγιστης διάρκειας κράτησης, δεν εφαρμόζονταν στη δική του περίπτωση.
Ο αιτητής ο οποίος κρατείτο για σκοπούς απέλασης ύστερα από την έκδοση διατάγματος κράτησης του, επιδίωξε την έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus ισχυριζόμενος ότι, ενώ έχει εκτίσει την ποινή του, δεν έχει αφεθεί ελεύθερος και κρατείτο παράνομα χωρίς καμιά νόμιμη δικαιολογία.
Προέκυπτε από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό ότι ο αιτητής αφίχθηκε παράνομα στην Κύπρο και ύστερα από τη δεύτερη καταδίκη του για αδικήματα που διέπραξε, κηρύχθηκε ανεπιθύμητος δυνάμει του Άρθρου 6(1)(δ), ενώ θεωρήθηκε επίσης πως οι ενέργειες του έπλητταν τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης, όμως, αναστάληκε μέχρι την οριστική έκβαση της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, η οποία ακόμη εκκρεμούσε στην Υπηρεσία Ασύλου. Ο αιτητής ενημερώθηκε για τα διατάγματα κράτησης και απέλασης και τους λόγους έκδοσής τους, με επιστολή της Διευθύντριας Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης η οποία του επιδόθηκε, και αρνήθηκε να την υπογράψει.
Την ίδια μέρα δόθηκαν οδηγίες από τη Διευθύντρια όπως γίνονταν παράλληλα διαβήματα για απέλαση του αιτητή σε ασφαλή τρίτη χώρα.
Η αίτηση στηρίχθηκε στους κάτωθι λόγους:
α) Ενώ ο αιτητής είχε εκτίσει την ποινή του, δεν είχε αφεθεί ελεύθερος και κρατείτο παράνομα χωρίς καμιά νόμιμη δικαιολογία.
β) Βάσει του Άρθρου 15 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2008/115/ΕΚ - οι πρόνοιες της οποίας ενσωματώθηκαν στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, Κεφ. 105 ως έχει τροποποιηθεί - και του Άρθρου 18ΠΣΤ του εν λόγω Νόμου, θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος καθ' ότι δεν υπήρχε απολύτως καμία λογική προοπτική απέλασης του στη Συρία λόγω της εκεί εμπόλεμης κατάστασης.
γ) Ο αιτητής ασύλου έχει το δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης του, τουλάχιστον έως ότου η αίτηση του απορριφθεί σε πρώτο βαθμό. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρείται ότι διαμένει παρανόμως στο κράτος αυτό μετά την εν λόγω περίοδο.
Αποφασίστηκε ότι:
1. Μεταφερόμενη δε η Οδηγία 2008/115/ΕΚ στην ημεδαπή νομοθεσία με τον τροποποιητικό Νόμο αρ.153(Ι)/11, ο νομοθέτης προνόησε ρητώς με το Άρθρο 18ΠΣΤ(3)(α), του Κεφ. 105, ότι το αρχικό διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ενώ με το Άρθρο 18ΠΣΤ 5(α), παρέχεται δικαίωμα στον αλλοδαπό να αιτηθεί την έκδοση εντάλματος habeus corpus αναφορικά με τη διάρκεια της κράτησης.
2. Το θέμα της κράτησης του αιτητή σε συνάρτηση με την κήρυξη του ως ανεπιθύμητου, δεν ελέγχεται στην παρούσα διαδικασία, παρά μόνο στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146.
3. Θεσπίζοντας το Άρθρο 18ΟΕ 2(β) του Νόμου η Δημοκρατία αποφάσισε ουσιαστικά να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες της Οδηγίας που ενσωματώθηκαν στα Άρθρα 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ (συμπεριλαμβανομένων και των προνοιών αναφορικά με την κράτηση και τη δυνατότητα ελέγχου της διάρκειας κράτησης με Habeus corpus) «στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.
4. Από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό προέκυπτε ότι η περίπτωση του αιτητή ενέπιπτε στα πλαίσια του Άρθρου 18ΟΕ 2(Β) εφ' όσον ο αιτητής ήταν πρόσωπο το οποίο υπόκειτο σε απόφαση επιστροφής ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονταν στην περίπτωση του οι πρόνοιες των Άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ.
5. Η θέση του συνηγόρου του αιτητή πως οι καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να υπαχθεί στο Άρθρο 18ΠΣΤ του Νόμου, δεν εύρισκε έρεισμα στο ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό.
Η αίτηση απορρίφθηκε.
Αναφερόμενες Υποθέσεις:
C-534/11, Arslan ημερ. 30/05/2013, απόφαση του Δ.Ε.Ε.,
Bondar (Aρ. 2) (2004) 1(Α) A.A.Δ. 2075,
Oktru (2004) 1 A.A.Δ. 608,
Haros v. Republic 4 R.S.C.C. 39,
Vassiliou a.ο. v. Police Disciplinary Committee (1979) 1 C.L.R. 46.
Αίτηση.
Μ. Παρασκευάς, για τον Αιτητή.
Μ. Λοίζου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτητής παρών.
(Παρών ο μεταφραστής κ. Θεόδωρος Ζάζα, ο οποίος βεβαιώνει ότι θα μεταφράζει από τα Αραβικά στα Ελληνικά και αντιστρόφως, πιστά και αληθινά, όσο καλύτερα μπορεί).
Cur. adv. vult.
ΠΑΝΑΓΗ, Δ.: Ο αιτητής, ο οποίος ως είναι αποδεκτό, κατάγεται από τη Συρία, αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία από άγνωστη τοποθεσία, κατά τον Ιανουάριο 2013, μαζί με τη σύζυγο και τον ανήλικο γιο του, George Hazaka. Στις 23.2.2013, μετέβηκε μαζί με την οικογένειά του στο αεροδρόμιο της Λάρνακας με σκοπό να ταξιδέψουν στη Σουηδία, όπου παρουσιάζοντας πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, συνελήφθηκαν από το ΤΑΕ Λάρνακας. Κατηγορήθηκαν, στη συνέχεια, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το οποίο, στις 8.3.2013 τους επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών μηνών με αναστολή και αφέθηκαν ελεύθεροι. Στο μεταξύ, στις 26.2.2013, ο αιτητής και η οικογένεια του υπέβαλαν αίτημα για πολιτικό άσυλο.
Στις 2.4.2013, ο γιος του αιτητή, George Hazaka, μετέβηκε στο αεροδρόμιο της Πάφου με σκοπό να αναχωρήσει για Βουδαπέστη. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο, παρουσίασε Σουηδικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα και με τα στοιχεία άλλου προσώπου. Συνεπεία τούτου, ο αιτητής και ο γιος του οδηγήθηκαν στις 5.4.2013 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο, στον αιτητή, επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών σε κάθε κατηγορία, για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και παροχή συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος.
Ακολούθως, η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κήρυξε τον αιτητή ανεπιθύμητο μετανάστη, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 6 (1) (δ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης. Την ίδια μέρα, 21.5.2013, εξεδόθησαν εναντίον του και διατάγματα κράτησης και απέλασης. Η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης, όμως, αναστάληκε μέχρι την οριστική έκβαση της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, η οποία ακόμη εκκρεμεί στην Υπηρεσία Ασύλου. Ο αιτητής ενημερώθηκε για τα διατάγματα και τους λόγους έκδοσής τους, με επιστολή της Διευθύντριας, ταυτάριθμης ημερομηνίας, η οποία του επιδόθηκε στις 23.5.2013, αυτός όμως αρνήθηκε να υπογράψει. Την ίδια μέρα που εκδόθηκαν τα ως άνω διατάγματα, δόθηκαν οδηγίες από τη Διευθύντρια όπως γίνουν παράλληλα διαβήματα για απέλαση του αιτητή σε ασφαλή τρίτη χώρα.
Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση ζητά την έκδοση εντάλματος της φύσης Habeas Corpus ισχυριζόμενος ότι, ενώ έχει εκτίσει την ποινή του, δεν έχει αφεθεί ελεύθερος και κρατείται παράνομα χωρίς καμιά νόμιμη δικαιολογία. Είναι η θέση του ότι βάσει του Άρθρου 15 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2008/115/ΕΚ - οι πρόνοιες της οποίας ενσωματώθηκαν στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, Κεφ. 105 (στο εξής «ο Νόμος») - και του Άρθρου 18ΠΣΤ του εν λόγω Νόμου, θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος καθότι δεν υπάρχει απολύτως καμία λογική προοπτική απέλασης του στη Συρία λόγω της εκεί εμπόλεμης κατάστασης και συνεπαγόμενης έλλειψης διασύνδεσης με τη Συρία δια θαλάσσης ή αέρος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, έχει εισηγηθεί πως σχετική με τα ζητήματα που απασχολούν είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-534/11, Arslan ημερομηνίας 30.5.2013, υποστηρίζοντας παράλληλα πως οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση έχουν υπαγάγει την περίπτωση του αιτητή στις πρόνοιες του Άρθρου 18ΠΣΤ του Νόμου.
Με την απόφαση του στην πιο πάνω υπόθεση, το ΔΕΕ διαπιστώνει, με αναφορά στις αιτιολογικές σκέψεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ότι ο αιτητής ασύλου έχει το δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης του, τουλάχιστον έως ότου η αίτηση του αυτή απορριφθεί σε πρώτο βαθμό. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρείται ότι διαμένει παρανόμως στο κράτος αυτό μετά την εν λόγω περίοδο, το δε μέτρο της κράτησης, με σκοπό την απομάκρυνση, θα πρέπει να χρησιμοποιείται περιορισμένα και να υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα μέσα και τους επιδιωκόμενους στόχους. Η κράτηση δικαιολογείται μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής ή για την εκτέλεση της διαδικασίας απομάκρυνσης και εφόσον δεν αρκεί η εφαρμογή λιγότερο αναγκαστικών μέτρων. Υπογραμμίζει πως επί του παρόντος, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν, τηρώντας πλήρως τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν τόσο από το διεθνές δίκαιο όσο και από το δίκαιο της Ένωσης, τους λόγους για τους οποίους μπορεί να τεθεί ή να παραμείνει υπό κράτηση αιτητής ασύλου. Σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται αφού ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του Άρθρου 15 της Οδηγίας 2008/115, βάσει διατάξεως του εθνικού δικαίου, η κράτηση αυτή μπορεί να διατηρηθεί, αν προκύπτει ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιωθεί η εκτέλεση της απόφασης για επιστροφή και είναι αντικειμενικώς αναγκαία η διατήρηση του μέτρου της κράτησης για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποφύγει ο ενδιαφερόμενος οριστικά την επιστροφή του. Το Δικαστήριο διευκρινίζει πως από το γεγονός και μόνο ότι ο αιτητής ασύλου, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του υπόκειται σε διαδικασία για επιστροφή και έχει τεθεί υπό κράτηση, δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της απόφασης για την επιστροφή του. Ο ενδεχομένως καταχρηστικός χαρακτήρας της υποβολής της αίτησης ασύλου πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.
Από την άλλη, οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους εγείρουν προδικαστικά θέματα, μεταξύ άλλων, ότι η περίπτωση του αιτητή δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 18ΠΣΤ του Νόμου, αφού πρόκειται για περίπτωση κράτησης με σκοπό την απέλαση, παρεπόμενης της καταδίκης του αιτητή σε ποινή φυλάκισης. Στην προκείμενη περίπτωση, εισηγούνται, ισχύει το Άρθρο 18ΟΕ (2)(β) του Νόμου το οποίο δεν παρέχει στον αιτητή δικαίωμα καταχώρησης αίτησης για διάταγμα habeas corpus. Εισηγείται περαιτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος τους ότι εν πάση περιπτώσει, μόνο η διάρκεια της κράτησης ελέγχεται με habeus corpus και τούτο μόνο αν έχει υπερβεί τους έξι μήνες η κράτηση, ενώ η νομιμότητα του διατάγματος κράτησης ελέγχεται με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Είναι γεγονός ότι η νομιμότητα των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, εφόσον αυτά συνιστούν αυτοτελείς διοικητικές πράξεις, μόνο δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος μπορεί να εξεταστεί (βλ. Bondar (Aρ. 2) (2004) 1(Α) A.A.Δ.2075). Όπως εξηγείται στην Oktru (2004) 1 A.A.Δ. 608, η εξουσία για χορήγηση διαταγμάτων δυνάμει του Άρθρου 155.4 καλύπτει τα ζητήματα εκείνα τα οποία δεν εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας που έχει δημιουργηθεί από το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος (Βλ. επίσης Haros v. Republic 4 R.S.C.C. 39, Vassiliou a.ο. v. Police Disciplinary Committee (1979) 1 C.L.R. 46). Μεταφερόμενη δε η Οδηγία 2008/115/ΕΚ στην ημεδαπή νομοθεσία με τον τροποποιητικό Νόμο αρ.153(Ι)/11, ο νομοθέτης προνόησε ρητώς με το Άρθρο 18ΠΣΤ(3)(α), ότι το αρχικό διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ενώ με το Άρθρο 18ΠΣΤ 5(α), παρέχεται δικαίωμα στον αλλοδαπό να αιτηθεί την έκδοση εντάλματος habeus corpus αναφορικά με τη διάρκεια της κράτησης.
Προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό ότι μετά τη δεύτερη καταδίκη του αιτητή, αυτός κηρύχθηκε ανεπιθύμητος μετανάστης και ως εκ τούτου παράνομος μετανάστης, δυνάμει του Άρθρου 6(1)(δ), ενώ θεωρήθηκε επίσης πως οι ενέργειες του έπλητταν τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας. Το θέμα της κράτησης του αιτητή σε συνάρτηση με την κήρυξη του ως ανεπιθύμητου, δεν ελέγχεται στην παρούσα διαδικασία, παρά μόνο στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146.
Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή στην περίπτωση του αιτητή, του Άρθρου 18ΠΣΤ του Νόμου, στο οποίο ενσωματώθηκε το Άρθρο 15 της Οδηγίας που αποτελεί το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει το θέμα κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείμενου σε διαδικασία επιστροφής, παρατηρώ τα ακόλουθα: Το Άρθρο 2(2)(β) της Οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν την Οδηγία στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης. Θεσπίζοντας το Άρθρο 18ΟΕ 2(β) του Νόμου η Δημοκρατία αποφάσισε ουσιαστικά να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες της Οδηγίας που ενσωματώθηκαν στα Άρθρα 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ (συμπεριλαμβανομένων και των προνοιών αναφορικά με την κράτηση και τη δυνατότητα ελέγχου της διάρκειας κράτησης με habeus corpus) «στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.»
Από το ενώπιον μου υλικό προκύπτει ότι η περίπτωση του αιτητή εμπίπτει στα πλαίσια του Άρθρου 18ΟΕ 2(β) εφ' όσον ο αιτητής είναι πρόσωπο το οποίο «υπόκειται σε απόφαση επιστροφής» ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση του οι πρόνοιες των Άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή πως οι καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να υπαχθεί στο Άρθρο 18ΠΣΤ του Νόμου, δεν βρίσκει έρεισμα στο ενώπιον μου υλικό. Υπό το φως των πιο πάνω, καθίσταται σαφές, επίσης, πως η υπόθεση Arslan δεν εφαρμόζεται στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης.
Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.
Η αίτηση απορρίπτεται.